Τα κράτη – μέλη της Κοινοπολιτείας Ανεξάρτητων Κρατών, συμβαλλόμενα μέρη της παρούσας Σύμβασης, εφεξής καλούμενα Συμβαλλόμενα Μέρη,
έχοντας ως γνώμονα την επιθυμία να εξασφαλίσουν στους πολίτες των Συμβαλλόμενων Μερών και στα πρόσωπα που διαμένουν στα εδάφη τους, την παροχή σε όλα τα Συμβαλλόμενα Μέρη, όσον αφορά τα προσωπικά και περιουσιακά δικαιώματα, της ίδιας νομικής προστασίας όπως και στους δικούς τους πολίτες,
αποδίδοντας σημασία στην ανάπτυξη της συνεργασίας στον τομέα της παροχής νομικής βοήθειας από τα δικαστικά όργανα σε αστικές, οικογενειακές και ποινικές υποθέσεις, συμφώνησαν τα ακόλουθα:
Τμήμα I. ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Μέρος I. Νομική προστασία
Άρθρο 1. Παροχή νομικής προστασίας
1. Οι πολίτες κάθε Συμβαλλόμενου Μέρους, καθώς και τα πρόσωπα που διαμένουν στο έδαφός του, απολαμβάνουν στα εδάφη όλων των άλλων Συμβαλλόμενων Μερών, όσον αφορά τα προσωπικά και περιουσιακά τους δικαιώματα, την ίδια νομική προστασία όπως και οι δικοί πολίτες του εν λόγω Συμβαλλόμενου Μέρους.
2. Οι πολίτες κάθε Συμβαλλόμενου Μέρους, καθώς και άλλα πρόσωπα που διαμένουν στο έδαφός του, έχουν το δικαίωμα να απευθύνονται ελεύθερα και ανεμπόδιστα στα δικαστήρια, την εισαγγελία, τα όργανα εσωτερικών υποθέσεων και άλλα όργανα των άλλων Συμβαλλόμενων Μερών, στην αρμοδιότητα των οποίων υπάγονται αστικές, οικογενειακές και ποινικές υποθέσεις (εφεξής – δικαστικά όργανα), μπορούν να παρίστανται ενώπιόν τους, να υποβάλλουν αιτήσεις, να ασκούν αγωγές και να προβαίνουν σε άλλες διαδικαστικές ενέργειες υπό τους ίδιους όρους όπως και οι πολίτες του εν λόγω Συμβαλλόμενου Μέρους.
3. Οι διατάξεις της παρούσας Σύμβασης εφαρμόζονται επίσης και στα νομικά πρόσωπα που έχουν συσταθεί σύμφωνα με τη νομοθεσία των Συμβαλλόμενων Μερών.
Άρθρο 2. Απαλλαγή από την καταβολή τελών και αποζημίωση εξόδων
1. Οι πολίτες κάθε Συμβαλλόμενου Μέρους και τα πρόσωπα που διαμένουν στο έδαφός του απαλλάσσονται από την καταβολή και την αποζημίωση δικαστικών και συμβολαιογραφικών τελών και εξόδων, καθώς και απολαμβάνουν δωρεάν νομικής βοήθειας υπό τους ίδιους όρους όπως και οι δικοί πολίτες.
2. Οι διευκολύνσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου επεκτείνονται σε όλες τις διαδικαστικές ενέργειες που διενεργούνται για τη συγκεκριμένη υπόθεση, συμπεριλαμβανομένης της εκτέλεσης της απόφασης.
Άρθρο 3. Υποβολή εγγράφου σχετικά με την οικογενειακή και περιουσιακή κατάσταση
1. Τα οφέλη που προβλέπονται στο άρθρο 2 παρέχονται βάσει εγγράφου σχετικά με την οικογενειακή και περιουσιακή κατάσταση του προσώπου που υποβάλλει την αίτηση. Το έγγραφο αυτό εκδίδεται από την αρμόδια αρχή του Συμβαλλόμενου Μέρους, στο έδαφος του οποίου ο αιτών έχει τη συνήθη διαμονή ή τη διαμονή του.
2. Εάν ο αιτών δεν έχει συνήθη διαμονή ή διαμονή στο έδαφος των Συμβαλλόμενων Μερών, αρκεί να υποβάλει έγγραφο που εκδίδεται από την αρμόδια διπλωματική αποστολή ή προξενική αρχή του Συμβαλλόμενου Μέρους, του οποίου είναι υπήκοος.
3. Η αρχή που αποφασίζει σχετικά με την αίτηση παροχής οφελών μπορεί να ζητήσει από την αρχή που εξέδωσε το έγγραφο πρόσθετα στοιχεία ή τις απαραίτητες διευκρινίσεις.
Μέρος II. Νομική συνδρομή
Άρθρο 4. Παροχή νομικής συνδρομής
1. Οι δικαστικές αρχές των Συμβαλλόμενων Μερών παρέχουν νομική συνδρομή σε αστικές, οικογενειακές και ποινικές υποθέσεις σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας Σύμβασης.
2. Οι δικαστικές αρχές παρέχουν νομική συνδρομή και σε άλλες αρχές για υποθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 5. Διαδικασία επικοινωνίας
Κατά την εκτέλεση της παρούσας Σύμβασης, οι αρμόδιες δικαστικές αρχές των Συμβαλλόμενων Μερών επικοινωνούν μεταξύ τους μέσω των κεντρικών, περιφερειακών και άλλων οργάνων τους, εκτός εάν η παρούσα Σύμβαση ορίζει διαφορετική διαδικασία επικοινωνίας. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη καθορίζουν τον κατάλογο των κεντρικών, περιφερειακών και άλλων οργάνων τους που είναι εξουσιοδοτημένα να διεξάγουν άμεσες επικοινωνίες, για το οποίο ενημερώνουν τον θεματοφύλακα.
Άρθρο 6. Έκταση της νομικής συνδρομής
Τα Συμβαλλόμενα Μέρη παρέχουν αμοιβαία νομική συνδρομή εκτελώντας διαδικαστικές και άλλες ενέργειες που προβλέπονται από τη νομοθεσία του Συμβαλλόμενου Μέρους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, συμπεριλαμβανομένων: σύνταξης και αποστολής εγγράφων, διενέργειας επιθεωρήσεων, ερευνών, κατάσχεσης, μεταφοράς υλικών αποδεικτικών στοιχείων, διενέργειας πραγματογνωμοσύνης, ανάκρισης διαδίκων, τρίτων, υπόπτων, κατηγορουμένων, θυμάτων, μαρτύρων, πραγματογνωμόνων, αναζήτησης προσώπων, άσκησης ποινικής δίωξης, έκδοσης προσώπων για την ποινική τους δίωξη ή εκτέλεση ποινής, αναγνώρισης και εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων σε αστικές υποθέσεις, καταδικαστικών αποφάσεων ως προς το αστικό σκέλος, εκτελεστών τίτλων, καθώς και μέσω επίδοσης εγγράφων.
Άρθρο 7. Περιεχόμενο και μορφή της αίτησης παροχής νομικής συνδρομής
1. Στην αίτηση παροχής νομικής συνδρομής πρέπει να αναφέρονται:
α) η ονομασία του αιτούμενου οργάνου·
β) η ονομασία του αιτούντος οργάνου·
γ) η ονομασία της υπόθεσης για την οποία ζητείται νομική συνδρομή·
δ) τα ονόματα και τα επώνυμα των διαδίκων, μαρτύρων, υπόπτων, κατηγορουμένων, εναγομένων, καταδικασθέντων ή θυμάτων, η κατοικία και η διαμονή τους, η υπηκοότητα, το επάγγελμα, και για ποινικές υποθέσεις επίσης ο τόπος και η ημερομηνία γέννησης και, ει δυνατόν, τα ονόματα και τα επώνυμα των γονέων· για νομικά πρόσωπα – η επωνυμία τους, η νόμιμη διεύθυνση και/ή η έδρα τους·
ε) εάν υπάρχουν εκπρόσωποι των προσώπων που αναφέρονται στο στοιχείο “δ”, τα ονόματα, τα επώνυμα και οι διευθύνσεις τους·
στ) το περιεχόμενο της αίτησης, καθώς και άλλες πληροφορίες απαραίτητες για την εκτέλεσή της·
ζ) για ποινικές υποθέσεις επίσης η περιγραφή και η νομική χαρακτηρισμός της πράξης που τελέστηκε και στοιχεία για το ύψος της ζημίας, εάν αυτή προκλήθηκε από την πράξη.
2. Στην αίτηση επίδοσης εγγράφου πρέπει επίσης να αναφέρονται η ακριβής διεύθυνση του παραλήπτη και η ονομασία του προς επίδοση εγγράφου.
3. Η αίτηση πρέπει να υπογράφεται και να επικυρώνεται με τη σφραγίδα του αιτούμενου οργάνου.
Άρθρο 8. Διαδικασία εκτέλεσης
1. Κατά την εκτέλεση της εντολής παροχής νομικής βοήθειας, το αιτούμενο όργανο εφαρμόζει τη νομοθεσία της χώρας του. Κατόπιν αιτήματος του αιτούντος οργάνου, μπορεί να εφαρμόσει και τους δικονομικούς κανόνες του αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους, εφόσον αυτοί δεν έρχονται σε αντίθεση με τη νομοθεσία του αιτούμενου Συμβαλλόμενου Μέρους.
2. Εάν το αιτούμενο όργανο δεν είναι αρμόδιο να εκτελέσει την εντολή, τη διαβιβάζει στο αρμόδιο όργανο και ενημερώνει σχετικά το αιτούν όργανο.
3. Κατόπιν αιτήματος του αιτούντος οργάνου, το αιτούμενο όργανο ενημερώνει έγκαιρα αυτό και τα ενδιαφερόμενα μέρη για τον τόπο και τον χρόνο εκτέλεσης της εντολής, ώστε να μπορούν να παραστούν κατά την εκτέλεση της εντολής σύμφωνα με τη νομοθεσία του αιτούμενου Συμβαλλόμενου Μέρους.
4. Σε περίπτωση που η ακριβής διεύθυνση του προσώπου που αναφέρεται στην εντολή είναι άγνωστη, το αιτούμενο όργανο λαμβάνει, σύμφωνα με τη νομοθεσία του Συμβαλλόμενου Μέρους στο έδαφος του οποίου βρίσκεται, τα αναγκαία μέτρα για τον προσδιορισμό της διεύθυνσης.
5. Μετά την εκτέλεση της εντολής, το αιτούμενο όργανο επιστρέφει τα έγγραφα στο αιτούν όργανο· σε περίπτωση που η νομική βοήθεια δεν μπόρεσε να παρασχεθεί, ενημερώνει ταυτόχρονα για τις περιστάσεις που εμποδίζουν την εκτέλεση της εντολής και επιστρέφει τα έγγραφα στο αιτούν όργανο.
Άρθρο 9. Μεταφορά μαρτύρων, θυμάτων, πολιτικώς εναγομένων, εκπροσώπων τους, πραγματογνωμόνων
1. Μάρτυρας, θύμα, πολιτικώς ενάγων, πολιτικώς εναγόμενος και ο εκπρόσωπός τους, καθώς και πραγματογνώμονας, ο οποίος, κατόπιν κλήσης που επιδόθηκε από το όργανο του αιτούμενου Συμβαλλόμενου Μέρους, εμφανιστεί ενώπιον της δικαστικής αρχής του αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους, δεν μπορεί, ανεξαρτήτως της ιθαγένειάς του, να διωχθεί ποινικά ή διοικητικά, να τεθεί υπό κράτηση ή να υποβληθεί σε τιμωρία στο έδαφός του για πράξη που διαπράχθηκε πριν από τη διέλευση των κρατικών του συνόρων. Τα πρόσωπα αυτά δεν μπορούν επίσης να διωχθούν, να τεθούν υπό κράτηση ή να υποβληθούν σε τιμωρία σε σχέση με τις καταθέσεις τους ως μαρτύρων ή τα πορίσματά τους ως πραγματογνωμόνων σε σχέση με την ποινική υπόθεση που αποτελεί αντικείμενο της διαδικασίας.
2. Τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου χάνουν την εγγύηση που προβλέπεται στην παράγραφο αυτή, εάν δεν εγκαταλείψουν το έδαφος του αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους, αν και έχουν τη δυνατότητα να το πράξουν εντός 15 ημερών από την ημέρα που η δικαστική αρχή που τις εξετάζει τις ενημερώσει ότι η παρουσία τους δεν είναι πλέον απαραίτητη. Στην προθεσμία αυτή δεν υπολογίζεται ο χρόνος κατά τον οποίο τα πρόσωπα αυτά δεν μπόρεσαν να εγκαταλείψουν το έδαφος του αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους για λόγους που δεν τους βαρύνουν.
3. Στον μάρτυρα, στον πραγματογνώμονα, καθώς και στον παθόντα και στον νόμιμο εκπρόσωπό του, το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος αποζημιώνει τα έξοδα που σχετίζονται με το ταξίδι και τη διαμονή στο αιτούν κράτος, καθώς και τον μισθό που δεν εισέπραξαν για τις ημέρες απουσίας από την εργασία τους· ο πραγματογνώμονας έχει επίσης δικαίωμα αμοιβής για τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης. Στην κλήση πρέπει να αναφέρονται οι πληρωμές που δικαιούνται να λάβουν τα κληθέντα πρόσωπα· κατόπιν αιτήματός τους, η δικαστική αρχή του αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους καταβάλλει προκαταβολή για την κάλυψη των σχετικών εξόδων.
4. Η κλήση των προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, τα οποία διαμένουν στο έδαφος του ενός Συμβαλλόμενου Μέρους, προς τη δικαστική αρχή του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους δεν πρέπει να περιέχει απειλή εφαρμογής μέτρων καταναγκασμού σε περίπτωση μη εμφάνισης.
Άρθρο 10. Εντολή επίδοσης εγγράφων
1. Η αιτούμενη δικαστική αρχή προβαίνει στην επίδοση εγγράφων σύμφωνα με τη διαδικασία που ισχύει στο κράτος της, εάν τα προς επίδοση έγγραφα είναι γραμμένα στη γλώσσα της ή στη ρωσική γλώσσα ή συνοδεύονται από μετάφραση σε αυτές τις γλώσσες. Σε αντίθετη περίπτωση, παραδίδει τα έγγραφα στον παραλήπτη, εάν αυτός συμφωνεί να τα παραλάβει οικειοθελώς.
2. Εάν τα έγγραφα δεν μπορούν να επιδοθούν στη διεύθυνση που αναφέρεται στην εντολή, η αιτούμενη δικαστική αρχή με δική της πρωτοβουλία λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα για τον προσδιορισμό της διεύθυνσης. Εάν ο προσδιορισμός της διεύθυνσης από την αιτούμενη δικαστική αρχή αποδειχθεί αδύνατος, αυτή ενημερώνει σχετικά την αιτούσα αρχή και της επιστρέφει τα έγγραφα που πρέπει να επιδοθούν.
Άρθρο 11. Επιβεβαίωση επίδοσης εγγράφων
Η επίδοση εγγράφων βεβαιώνεται με επιβεβαίωση, υπογεγραμμένη από το πρόσωπο στο οποίο επιδόθηκε το έγγραφο, και επικυρωμένη με την επίσημη σφραγίδα του αιτούντος οργάνου, η οποία περιέχει την ημερομηνία επίδοσης και την υπογραφή του υπαλλήλου του οργάνου που επιδίδει το έγγραφο, ή με άλλο έγγραφο που εκδίδεται από το όργανο αυτό, στο οποίο πρέπει να αναφέρονται ο τρόπος, ο τόπος και ο χρόνος επίδοσης.
Άρθρο 12. Αρμοδιότητες διπλωματικών αντιπροσωπειών και προξενικών αρχών
1. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη έχουν το δικαίωμα να επιδίδουν έγγραφα στους δικούς τους πολίτες μέσω των διπλωματικών τους αντιπροσωπειών ή προξενικών αρχών.
2. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη έχουν το δικαίωμα, κατ’ εντολή των αρμόδιων αρχών τους, να εξετάζουν τους δικούς τους πολίτες μέσω των διπλωματικών τους αντιπροσωπειών ή προξενικών αρχών.
3. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου, δεν επιτρέπεται η χρήση μέσων εξαναγκασμού ή η απειλή αυτών.
Άρθρο 13. Ισχύς εγγράφων
1. Έγγραφα που έχουν συνταχθεί ή επικυρωθεί στο έδαφος ενός από τα Συμβαλλόμενα Μέρη από όργανο ή από ειδικά εξουσιοδοτημένο για το σκοπό αυτό πρόσωπο, εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων τους και σύμφωνα με τον προβλεπόμενο τύπο, και φέρουν τη σφραγίδα του εθνόσημου, γίνονται δεκτά στα εδάφη των άλλων Συμβαλλόμενων Μερών χωρίς καμία ειδική επικύρωση.
2. Έγγραφα που στο έδαφος ενός από τα Συμβαλλόμενα Μέρη θεωρούνται επίσημα έγγραφα, έχουν στα εδάφη των άλλων Συμβαλλόμενων Μερών αποδεικτική ισχύ επίσημων εγγράφων.
Άρθρο 14. Διαβίβαση εγγράφων αστικής κατάστασης και άλλων εγγράφων
1. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να διαβιβάζουν αμοιβαία, κατόπιν αιτήματος, χωρίς μετάφραση και δωρεάν, πιστοποιητικά ληξιαρχικών πράξεων απευθείας μέσω των ληξιαρχικών αρχών των Συμβαλλόμενων Μερών, ενημερώνοντας τους πολίτες για τη διαβίβαση των εγγράφων.
2. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να διαβιβάζουν αμοιβαία, κατόπιν αιτήματος, χωρίς μετάφραση και δωρεάν, έγγραφα εκπαίδευσης, εργασιακής εμπειρίας και άλλα έγγραφα που αφορούν προσωπικά ή περιουσιακά δικαιώματα και συμφέροντα πολιτών του αιτούμενου Συμβαλλόμενου Μέρους και άλλων προσώπων που διαμένουν στο έδαφός του.
Άρθρο 15. Πληροφορίες για νομικά θέματα
Τα κεντρικά όργανα δικαιοσύνης των Συμβαλλομένων Μερών, κατόπιν αιτήματος, παρέχουν αμοιβαία πληροφορίες σχετικά με την ισχύουσα ή την ισχύουσα στο παρελθόν εσωτερική νομοθεσία στην επικράτειά τους και σχετικά με την πρακτική εφαρμογής της από τα όργανα δικαιοσύνης.
Άρθρο 16. Προσδιορισμός διευθύνσεων και άλλων στοιχείων
1. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη, κατόπιν αιτήματος, παρέχουν αμοιβαία βοήθεια, σύμφωνα με τη νομοθεσία τους, για τον προσδιορισμό των διευθύνσεων προσώπων που διαμένουν στην επικράτειά τους, εάν αυτό απαιτείται για την άσκηση των δικαιωμάτων των υπηκόων τους. Το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος γνωστοποιεί τα στοιχεία που διαθέτει για τον προσδιορισμό της διεύθυνσης του προσώπου που αναφέρεται στο αίτημα.
2. Τα όργανα δικαιοσύνης των Συμβαλλομένων Μερών παρέχουν αμοιβαία βοήθεια για τον προσδιορισμό του τόπου εργασίας και του εισοδήματος προσώπων που διαμένουν στην επικράτεια του αιτούμενου Συμβαλλόμενου Μέρους, κατά των οποίων έχουν ασκηθεί περιουσιακές αξιώσεις σε όργανα δικαιοσύνης του αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους σε αστικές, οικογενειακές και ποινικές υποθέσεις.
Άρθρο 17. Γλώσσα
Στις μεταξύ τους σχέσεις κατά την εκτέλεση της παρούσας Σύμβασης, τα όργανα δικαιοσύνης των Συμβαλλομένων Μερών χρησιμοποιούν τις επίσημες γλώσσες των Συμβαλλομένων Μερών ή τη ρωσική γλώσσα. Σε περίπτωση εκτέλεσης εγγράφων στις επίσημες γλώσσες των Συμβαλλομένων Μερών, επισυνάπτονται επικυρωμένες μεταφράσεις στη ρωσική γλώσσα.
Άρθρο 18. Δαπάνες που σχετίζονται με την παροχή νομικής βοήθειας
Το αιτούμενο Συμβαλλόμενο Μέρος δεν θα απαιτεί αποζημίωση για δαπάνες που σχετίζονται με την παροχή νομικής βοήθειας. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη φέρουν τα ίδια όλες τις δαπάνες που προκύπτουν κατά την παροχή νομικής βοήθειας στην επικράτειά τους.
Άρθρο 19. Άρνηση παροχής νομικής βοήθειας
Η αίτηση παροχής νομικής βοήθειας μπορεί να απορριφθεί εν όλω ή εν μέρει, εάν η παροχή αυτής της βοήθειας μπορεί να βλάψει την κυριαρχία ή την ασφάλεια ή αντιβαίνει στη νομοθεσία του αιτούμενου Συμβαλλόμενου Μέρους. Σε περίπτωση άρνησης της αίτησης παροχής νομικής βοήθειας, το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος ενημερώνεται αμέσως για τους λόγους άρνησης.
Τμήμα II. ΝΟΜΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΣΕ ΑΣΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ
Μέρος I. Αρμοδιότητα
Άρθρο 20. Γενικές διατάξεις
1. Εάν στα μέρη II-V του παρόντος τμήματος δεν ορίζεται διαφορετικά, οι αγωγές κατά προσώπων που έχουν κατοικία στο έδαφος ενός από τα Συμβαλλόμενα Μέρη εγείρονται, ανεξαρτήτως της ιθαγένειάς τους, στα δικαστήρια αυτού του Συμβαλλόμενου Μέρους, ενώ οι αγωγές κατά νομικών προσώπων εγείρονται στα δικαστήρια του Συμβαλλόμενου Μέρους στο έδαφος του οποίου βρίσκεται το όργανο διοίκησης του νομικού προσώπου, η αντιπροσωπεία του ή το υποκατάστημά του.
Εάν στην υπόθεση συμμετέχουν περισσότεροι εναγόμενοι που έχουν κατοικία (έδρα) στα εδάφη διαφορετικών Συμβαλλόμενων Μερών, η διαφορά εξετάζεται στον τόπο κατοικίας (έδρας) οποιουδήποτε εναγόμενου κατά την επιλογή του ενάγοντα.
2. Τα δικαστήρια ενός Συμβαλλόμενου Μέρους είναι επίσης αρμόδια σε περιπτώσεις όπου στο έδαφός του:
α) ασκείται εμπορική, βιομηχανική ή άλλη οικονομική δραστηριότητα της επιχείρησης (υποκαταστήματος) του εναγόμενου·
β) εκπληρώθηκε ή πρέπει να εκπληρωθεί πλήρως ή εν μέρει η υποχρέωση από τη σύμβαση που αποτελεί αντικείμενο της διαφοράς·
γ) έχει μόνιμη κατοικία ή έδρα ο ενάγων σε αγωγή για την προστασία της τιμής, της αξιοπρέπειας και της επαγγελματικής φήμης.
3. Για αγωγές σχετικά με το δικαίωμα ιδιοκτησίας και άλλα εμπράγματα δικαιώματα επί ακίνητης περιουσίας, αποκλειστικά αρμόδια είναι τα δικαστήρια του τόπου όπου βρίσκεται η περιουσία.
Οι αγωγές κατά μεταφορέων που απορρέουν από σύμβαση μεταφοράς εμπορευμάτων, επιβατών και αποσκευών εγείρονται στον τόπο όπου βρίσκεται η διοίκηση του μεταφορικού οργανισμού, στον οποίο υποβλήθηκε η αξίωση κατά την προβλεπόμενη διαδικασία.
Άρθρο 21. Συμβατική δωσιδικία
1. Τα δικαστήρια των Συμβαλλόμενων Μερών μπορούν να εξετάζουν υποθέσεις και σε άλλες περιπτώσεις, εάν υπάρχει γραπτή συμφωνία των μερών για την παραπομπή της διαφοράς στα δικαστήρια αυτά.
Στην περίπτωση αυτή, η αποκλειστική αρμοδιότητα που απορρέει από την παράγραφο 3 του άρθρου 20 και άλλους κανόνες που ορίζονται στα μέρη II-V του παρόντος τμήματος, καθώς και από την εσωτερική νομοθεσία του αντίστοιχου Συμβαλλόμενου Μέρους, δεν μπορεί να τροποποιηθεί με συμφωνία των μερών.
2. Εφόσον υπάρχει συμφωνία για την παραπομπή της διαφοράς, το δικαστήριο, κατόπιν αιτήσεως του εναγόμενου, περατώνει τη διαδικασία επί της υπόθεσης.
Άρθρο 22. Αλληλεξάρτηση δικαστικών διαδικασιών
1. Σε περίπτωση κίνησης διαδικασίας για υπόθεση μεταξύ των ίδιων διαδίκων, με το ίδιο αντικείμενο και την ίδια βάση, ενώπιον δικαστηρίων δύο Συμβαλλομένων Μερών, το δικαστήριο που κίνησε τη διαδικασία αργότερα, περατώνει τη διαδικασία.
2. Η ανταγωγή και η αξίωση συμψηφισμού, που απορρέουν από την ίδια έννομη σχέση με την κύρια αγωγή, υπόκεινται σε εκδίκαση από το δικαστήριο που εκδικάζει την κύρια αγωγή.
Άρθρο 22-1. Αίτημα συμμετοχής εισαγγελέα σε πολιτική δίκη
Ο εισαγγελέας ενός Συμβαλλομένου Μέρους δικαιούται να απευθυνθεί στον εισαγγελέα του άλλου Συμβαλλομένου Μέρους με αίτημα για κίνηση ενώπιον δικαστηρίου υπόθεσης προστασίας δικαιωμάτων και έννομων συμφερόντων πολιτών του αιτούντος Συμβαλλομένου Μέρους, για συμμετοχή στην εκδίκαση τέτοιων υποθέσεων ή για άσκηση ενώπιον ανώτερου δικαστηρίου αναίρεσης ή ειδικής ένστασης, καθώς και ένστασης κατ’ εποπτείαν κατά δικαστικών αποφάσεων σε τέτοιες υποθέσεις.
Μέρος ΙΙ. Προσωπική κατάσταση
Άρθρο 23. Ικανότητα δικαίου και ικανότητα προς δικαιοπραξία
1. Η ικανότητα προς δικαιοπραξία φυσικού προσώπου καθορίζεται από τη νομοθεσία του Συμβαλλομένου Μέρους, υπηκόου του οποίου είναι το πρόσωπο αυτό.
2. Η ικανότητα προς δικαιοπραξία ανιθαγενούς καθορίζεται από το δίκαιο της χώρας στην οποία έχει τη συνήθη διαμονή του.
3. Η ικανότητα δικαίου νομικού προσώπου καθορίζεται από τη νομοθεσία του κράτους, σύμφωνα με τους νόμους του οποίου συστάθηκε.
Άρθρο 24. Αναγνώριση ως περιορισμένα ικανού προς δικαιοπραξία ή ανίκανου προς δικαιοπραξία. Αποκατάσταση της ικανότητας προς δικαιοπραξία
1. Για υποθέσεις αναγνώρισης ενός προσώπου ως περιορισμένα ικανού προς δικαιοπραξία ή ανίκανου προς δικαιοπραξία, εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου, αρμόδιο είναι το δικαστήριο του Συμβαλλομένου Μέρους, υπηκόου του οποίου είναι το πρόσωπο αυτό.
2. Σε περίπτωση που το δικαστήριο ενός Συμβαλλομένου Μέρους λάβει γνώση λόγων για την αναγνώριση ως περιορισμένα ικανού προς δικαιοπραξία ή ανίκανου προς δικαιοπραξία προσώπου που διαμένει στο έδαφός του και είναι υπήκοος άλλου Συμβαλλομένου Μέρους, ενημερώνει σχετικά το δικαστήριο του Συμβαλλομένου Μέρους, υπηκόου του οποίου είναι το εν λόγω πρόσωπο.
3. Εάν το δικαστήριο του Συμβαλλόμενου Μέρους, το οποίο ενημερώθηκε για τους λόγους αναγνώρισης ως περιορισμένης δικαιοπρακτικής ικανότητας ή ανίκανου προς δικαιοπραξία, δεν κινήσει τη διαδικασία εντός τριών μηνών ή δεν γνωστοποιήσει τη γνώμη του, η υπόθεση για την αναγνώριση ως περιορισμένης δικαιοπρακτικής ικανότητας ή ανίκανου προς δικαιοπραξία θα εκδικαστεί από το δικαστήριο εκείνου του Συμβαλλόμενου Μέρους, στο έδαφος του οποίου ο εν λόγω πολίτης έχει τον τόπο διαμονής του. Η απόφαση για την αναγνώριση ενός προσώπου ως περιορισμένης δικαιοπρακτικής ικανότητας ή ανίκανου προς δικαιοπραξία αποστέλλεται στο αρμόδιο δικαστήριο του Συμβαλλόμενου Μέρους, του οποίου το πρόσωπο αυτό είναι πολίτης.
4. Οι διατάξεις των παραγράφων 1-3 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται αναλόγως και στην αποκατάσταση της δικαιοπρακτικής ικανότητας.
Άρθρο 25. Αναγνώριση ως αγνώστου διαμονής και κήρυξη θανάτου. Διαπίστωση του γεγονότος του θανάτου
1. Για υποθέσεις αναγνώρισης ενός προσώπου ως αγνώστου διαμονής ή κήρυξης θανάτου και για υποθέσεις διαπίστωσης του γεγονότος του θανάτου, αρμόδια είναι τα δικαστικά όργανα του Συμβαλλόμενου Μέρους, του οποίου το πρόσωπο ήταν πολίτης κατά τον χρόνο που, σύμφωνα με τα τελευταία δεδομένα, βρισκόταν εν ζωή, και για άλλα πρόσωπα – τα δικαστικά όργανα του τελευταίου τόπου διαμονής.
2. Τα δικαστικά όργανα κάθε Συμβαλλόμενου Μέρους μπορούν να αναγνωρίσουν έναν πολίτη του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους και άλλο πρόσωπο που διαμένει στο έδαφός του ως αγνώστου διαμονής ή ως θανόντα, καθώς και να διαπιστώσουν το γεγονός του θανάτου του, κατόπιν αιτήματος των ενδιαφερόμενων προσώπων που διαμένουν στο έδαφός του, των οποίων τα δικαιώματα και τα συμφέροντα βασίζονται στη νομοθεσία αυτού του Συμβαλλόμενου Μέρους.
3. Κατά την εξέταση υποθέσεων αναγνώρισης ως αγνώστου διαμονής ή κήρυξης θανάτου και υποθέσεων διαπίστωσης του γεγονότος του θανάτου, τα δικαστικά όργανα των Συμβαλλόμενων Μερών εφαρμόζουν τη νομοθεσία του κράτους τους.
Μέρος III. Οικογενειακές υποθέσεις
Άρθρο 26. Σύναψη γάμου
Οι προϋποθέσεις σύναψης γάμου καθορίζονται για κάθε έναν από τους μελλοντικούς συζύγους από τη νομοθεσία του Συμβαλλόμενου Μέρους, του οποίου είναι πολίτης, και για τα ανιθαγενή πρόσωπα – από τη νομοθεσία του Συμβαλλόμενου Μέρους που αποτελεί τον τόπο της μόνιμης διαμονής τους. Επιπλέον, όσον αφορά τα κωλύματα σύναψης γάμου, πρέπει να τηρούνται οι απαιτήσεις της νομοθεσίας του Συμβαλλόμενου Μέρους, στο έδαφος του οποίου συνάπτεται ο γάμος.
Άρθρο 27. Έννομες σχέσεις των συζύγων
1. Οι προσωπικές και περιουσιακές έννομες σχέσεις των συζύγων καθορίζονται από τη νομοθεσία του Συμβαλλόμενου Μέρους, στο έδαφος του οποίου έχουν την κοινή τους κατοικία.
2. Εάν ένας από τους συζύγους διαμένει στο έδαφος ενός Συμβαλλόμενου Μέρους και οι δύο σύζυγοι έχουν την ίδια υπηκοότητα, οι προσωπικές και περιουσιακές τους έννομες σχέσεις καθορίζονται από τη νομοθεσία του Συμβαλλόμενου Μέρους, υπήκοοι του οποίου είναι.
3. Εάν ένας από τους συζύγους είναι υπήκοος ενός Συμβαλλόμενου Μέρους και ο δεύτερος – άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους και ένας από αυτούς διαμένει στο έδαφος του ενός, και ο δεύτερος – στο έδαφος του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους, τότε οι προσωπικές και περιουσιακές τους έννομες σχέσεις καθορίζονται από τη νομοθεσία του Συμβαλλόμενου Μέρους, στο έδαφος του οποίου είχαν την τελευταία τους κοινή κατοικία.
4. Εάν τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου δεν είχαν κοινή κατοικία στα εδάφη των Συμβαλλόμενων Μερών, εφαρμόζεται η νομοθεσία του Συμβαλλόμενου Μέρους, το όργανο του οποίου εξετάζει την υπόθεση.
5. Οι έννομες σχέσεις των συζύγων που αφορούν την ακίνητη περιουσία τους καθορίζονται από τη νομοθεσία του Συμβαλλόμενου Μέρους, στο έδαφος του οποίου βρίσκεται αυτή η περιουσία.
6. Για υποθέσεις προσωπικών και περιουσιακών έννομων σχέσεων των συζύγων, αρμόδια είναι τα όργανα δικαιοσύνης του Συμβαλλόμενου Μέρους, η νομοθεσία του οποίου υπόκειται σε εφαρμογή σύμφωνα με τις παραγράφους 1-3,5 του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 28. Λύση του γάμου
1. Για υποθέσεις λύσης του γάμου εφαρμόζεται η νομοθεσία του Συμβαλλόμενου Μέρους, υπήκοοι του οποίου είναι οι σύζυγοι κατά τη στιγμή της υποβολής της αίτησης.
2. Εάν ένας από τους συζύγους είναι υπήκοος ενός Συμβαλλόμενου Μέρους και ο δεύτερος – άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους, εφαρμόζεται η νομοθεσία του Συμβαλλόμενου Μέρους, το όργανο του οποίου εξετάζει την υπόθεση λύσης του γάμου.
Άρθρο 29. Αρμοδιότητα των οργάνων των Συμβαλλόμενων Μερών
1. Για υποθέσεις διαζυγίου στην περίπτωση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 28, αρμόδια είναι τα όργανα του Συμβαλλόμενου Μέρους, υπήκοοι του οποίου είναι οι σύζυγοι κατά τη στιγμή υποβολής της αίτησης. Εάν κατά τη στιγμή υποβολής της αίτησης και οι δύο σύζυγοι διαμένουν στο έδαφος άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους, αρμόδια είναι επίσης τα όργανα αυτού του Συμβαλλόμενου Μέρους.
2. Για υποθέσεις διαζυγίου στην περίπτωση που προβλέπεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 28, αρμόδια είναι τα όργανα του Συμβαλλόμενου Μέρους, στο έδαφος του οποίου διαμένουν και οι δύο σύζυγοι. Εάν ένας από τους συζύγους διαμένει στο έδαφος ενός Συμβαλλόμενου Μέρους και ο δεύτερος στο έδαφος άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους, για υποθέσεις διαζυγίου αρμόδια είναι τα όργανα και των δύο Συμβαλλόμενων Μερών, στα εδάφη των οποίων διαμένουν οι σύζυγοι.
Άρθρο 30. Αναγνώριση γάμου ως άκυρου
1. Για υποθέσεις αναγνώρισης γάμου ως άκυρου εφαρμόζεται η νομοθεσία του Συμβαλλόμενου Μέρους, η οποία σύμφωνα με το άρθρο 26 εφαρμόστηκε κατά τη σύναψη του γάμου.
2. Η αρμοδιότητα του οργάνου για υποθέσεις αναγνώρισης γάμου ως άκυρου καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 27.
Άρθρο 31. Διαπίστωση και αμφισβήτηση πατρότητας ή μητρότητας
Η διαπίστωση και η αμφισβήτηση πατρότητας ή μητρότητας καθορίζονται σύμφωνα με τη νομοθεσία του Συμβαλλόμενου Μέρους, υπήκοος του οποίου είναι το τέκνο κατά τη γέννηση.
Άρθρο 32. Έννομες σχέσεις γονέων και τέκνων
1. Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις γονέων και τέκνων, συμπεριλαμβανομένων των υποχρεώσεων των γονέων για διατροφή τέκνων, καθορίζονται από τη νομοθεσία του Συμβαλλόμενου Μέρους, στο έδαφος του οποίου έχουν τη μόνιμη κοινή κατοικία τους, και ελλείψει μόνιμης κοινής κατοικίας γονέων και τέκνων, τα αμοιβαία δικαιώματα και υποχρεώσεις τους καθορίζονται από τη νομοθεσία του Συμβαλλόμενου Μέρους, υπήκοος του οποίου είναι το τέκνο.
Κατά την απαίτηση του ενάγοντος για υποχρεώσεις διατροφής εφαρμόζεται η νομοθεσία του Συμβαλλόμενου Μέρους, στο έδαφος του οποίου διαμένει μόνιμα το τέκνο.
2. Οι υποχρεώσεις διατροφής των ενηλίκων τέκνων προς τους γονείς, καθώς και οι υποχρεώσεις διατροφής άλλων μελών της οικογένειας, καθορίζονται από τη νομοθεσία του Συμβαλλόμενου Μέρους, στο έδαφος του οποίου είχαν κοινό τόπο διαμονής. Ελλείψει κοινού τόπου διαμονής, τέτοιες υποχρεώσεις καθορίζονται από τη νομοθεσία του Συμβαλλόμενου Μέρους, υπήκοος του οποίου είναι ο ενάγων.
3. Για υποθέσεις που αφορούν έννομες σχέσεις μεταξύ γονέων και τέκνων, αρμόδιο είναι το δικαστήριο του Συμβαλλόμενου Μέρους, η νομοθεσία του οποίου υπόκειται σε εφαρμογή σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου.
4. Η εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων σε υποθέσεις που σχετίζονται με την ανατροφή των τέκνων πραγματοποιείται με τη διαδικασία που ορίζεται από τη νομοθεσία του Συμβαλλόμενου Μέρους, στο έδαφος του οποίου διαμένει το τέκνο.
5. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη παρέχουν αμοιβαία βοήθεια στην αναζήτηση του εναγόμενου σε υποθέσεις είσπραξης διατροφής, όταν υπάρχει λόγος να πιστεύεται ότι ο εναγόμενος βρίσκεται στο έδαφος του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους και το δικαστήριο έχει εκδώσει διάταξη για την κήρυξη της αναζήτησής του.
Άρθρο 33. Επιτροπεία και κηδεμονία
1. Η σύσταση ή η κατάργηση της επιτροπείας και της κηδεμονίας πραγματοποιείται σύμφωνα με τη νομοθεσία του Συμβαλλόμενου Μέρους, υπήκοος του οποίου είναι το πρόσωπο για το οποίο θεσπίζεται η επιτροπεία και η κηδεμονία.
2. Οι έννομες σχέσεις μεταξύ του επιτρόπου ή του κηδεμόνα και του προσώπου που τελεί υπό επιτροπεία ή κηδεμονία ρυθμίζονται από τη νομοθεσία του Συμβαλλόμενου Μέρους, το όργανο του οποίου διόρισε τον επίτροπο ή τον κηδεμόνα.
3. Η υποχρέωση ανάληψης της επιτροπείας ή της κηδεμονίας καθορίζεται από τη νομοθεσία του Συμβαλλόμενου Μέρους, υπήκοος του οποίου είναι το πρόσωπο που διορίζεται ως επίτροπος ή κηδεμόνας.
4. Ως επίτροπος ή κηδεμόνας προσώπου που είναι υπήκοος ενός Συμβαλλόμενου Μέρους μπορεί να διοριστεί υπήκοος άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους, εάν αυτός διαμένει στο έδαφος του Μέρους όπου θα ασκείται η επιτροπεία ή η κηδεμονία.
Άρθρο 34. Αρμοδιότητα των οργάνων των Συμβαλλόμενων Μερών σε θέματα επιτροπείας και κηδεμονίας
Για υποθέσεις που αφορούν την εγκαθίδρυση ή την κατάργηση της κηδεμονίας και της επιτροπείας, αρμόδια είναι τα όργανα του Συμβαλλόμενου Μέρους, του οποίου υπήκοος είναι το πρόσωπο για το οποίο εγκαθιδρύεται ή καταργείται η κηδεμονία ή η επιτροπεία, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά από την παρούσα Σύμβαση.
Άρθρο 35. Διαδικασία λήψης μέτρων για την κηδεμονία και την επιτροπεία
1. Σε περίπτωση ανάγκης λήψης μέτρων κηδεμονίας και επιτροπείας προς το συμφέρον υπηκόου ενός Συμβαλλόμενου Μέρους, του οποίου η μόνιμη κατοικία, η διαμονή ή η περιουσία βρίσκονται στο έδαφος άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους, το όργανο αυτού του Συμβαλλόμενου Μέρους ενημερώνει αμελλητί το όργανο που είναι αρμόδιο σύμφωνα με το άρθρο 34.
2. Σε επείγουσες περιπτώσεις, το όργανο του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους μπορεί να λάβει τα αναγκαία μέτρα σύμφωνα με τη νομοθεσία του. Υποχρεούται δε να ενημερώσει αμελλητί σχετικά το όργανο που είναι αρμόδιο σύμφωνα με το άρθρο 34. Τα μέτρα αυτά παραμένουν σε ισχύ έως ότου το όργανο που αναφέρεται στο άρθρο 34 λάβει διαφορετική απόφαση.
Άρθρο 36. Διαδικασία μεταβίβασης της κηδεμονίας ή της επιτροπείας
1. Το όργανο που είναι αρμόδιο σύμφωνα με το άρθρο 34 μπορεί να μεταβιβάσει την κηδεμονία ή την επιτροπεία στο όργανο άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους, εάν το πρόσωπο που τελεί υπό κηδεμονία ή επιτροπεία έχει στο έδαφος αυτού του Συμβαλλόμενου Μέρους την κατοικία, τη διαμονή ή την περιουσία του. Η μεταβίβαση της κηδεμονίας ή της επιτροπείας τίθεται σε ισχύ από τη στιγμή που το όργανο στο οποίο απευθύνεται η αίτηση αναλάβει την κηδεμονία ή την επιτροπεία και ενημερώσει σχετικά το όργανο που υπέβαλε την αίτηση.
2. Το όργανο που, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, ανέλαβε την κηδεμονία και την επιτροπεία, τις ασκεί σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους του.
Άρθρο 37. Υιοθεσία
1. Η υιοθεσία ή η κατάργησή της διέπεται από τη νομοθεσία του Συμβαλλόμενου Μέρους, υπήκοος του οποίου είναι ο θετός γονέας κατά τη στιγμή υποβολής της αίτησης για υιοθεσία ή για την κατάργησή της.
2. Εάν το παιδί είναι υπήκοος του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους, κατά την υιοθεσία ή την ακύρωσή της, απαιτείται η συγκατάθεση του νόμιμου εκπροσώπου και της αρμόδιας κρατικής αρχής, καθώς και η συγκατάθεση του παιδιού, εάν αυτό απαιτείται από τη νομοθεσία του Συμβαλλόμενου Μέρους, υπήκοος του οποίου είναι.
3. Εάν το παιδί υιοθετείται από συζύγους, εκ των οποίων ο ένας είναι υπήκοος του ενός Συμβαλλόμενου Μέρους και ο άλλος υπήκοος του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους, η υιοθεσία ή η ακύρωσή της πρέπει να πραγματοποιείται σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται από τη νομοθεσία και των δύο Συμβαλλόμενων Μερών.
4. Για υποθέσεις υιοθεσίας ή ακύρωσής της, αρμόδιο είναι το όργανο του Συμβαλλόμενου Μέρους, υπήκοος του οποίου είναι ο θετός γονέας κατά τη στιγμή υποβολής της αίτησης υιοθεσίας ή ακύρωσής της, και στην περίπτωση που προβλέπεται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, αρμόδιο είναι το όργανο εκείνου του Συμβαλλόμενου Μέρους, στο έδαφος του οποίου οι σύζυγοι έχουν ή είχαν την τελευταία κοινή κατοικία ή διαμονή τους.
Μέρος IV. Περιουσιακές έννομες σχέσεις
Άρθρο 38. Δικαίωμα ιδιοκτησίας
1. Το δικαίωμα ιδιοκτησίας επί ακίνητης περιουσίας καθορίζεται σύμφωνα με τη νομοθεσία του Συμβαλλόμενου Μέρους, στο έδαφος του οποίου βρίσκεται η ακίνητη περιουσία. Το ζήτημα του ποια περιουσία είναι ακίνητη επιλύεται σύμφωνα με τη νομοθεσία της χώρας, στο έδαφος της οποίας βρίσκεται αυτή η περιουσία.
2. Το δικαίωμα ιδιοκτησίας επί οχημάτων που υπόκεινται σε εγγραφή σε κρατικά μητρώα καθορίζεται σύμφωνα με τη νομοθεσία του Συμβαλλόμενου Μέρους, στο έδαφος του οποίου βρίσκεται η αρχή που πραγματοποίησε την καταχώριση του οχήματος.
3. Η γένεση και η λήξη του δικαιώματος ιδιοκτησίας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος επί περιουσίας καθορίζεται σύμφωνα με τη νομοθεσία του Συμβαλλόμενου Μέρους, στο έδαφος του οποίου βρισκόταν η περιουσία κατά τη στιγμή που έλαβε χώρα η πράξη ή άλλη περίσταση που αποτέλεσε τη βάση για τη γένεση ή τη λήξη αυτού του δικαιώματος.
4. Η γένεση και η λήξη του δικαιώματος κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος επί περιουσίας που αποτελεί αντικείμενο συναλλαγής καθορίζονται από τη νομοθεσία του τόπου σύναψης της συναλλαγής, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά από συμφωνία των Μερών.
Άρθρο 39. Τύπος συναλλαγής
1. Ο τύπος της συναλλαγής καθορίζεται από τη νομοθεσία του τόπου όπου αυτή πραγματοποιείται.
2. Ο τύπος της συναλλαγής που αφορά ακίνητη περιουσία και δικαιώματα επ’ αυτής καθορίζεται από τη νομοθεσία του Συμβαλλόμενου Μέρους, στο έδαφος του οποίου βρίσκεται η εν λόγω περιουσία.
Άρθρο 40. Πληρεξούσιο
Ο τύπος και η διάρκεια ισχύος του πληρεξουσίου καθορίζονται από τη νομοθεσία του Συμβαλλόμενου Μέρους, στο έδαφος του οποίου βρίσκεται η εν λόγω περιουσία.
Άρθρο 41. Δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών στη συναλλαγή
Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών στη συναλλαγή καθορίζονται από τη νομοθεσία του τόπου σύναψής της, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά από συμφωνία των μερών.
Άρθρο 42. Αποζημίωση ζημίας
1. Οι υποχρεώσεις αποζημίωσης ζημίας, εκτός από εκείνες που απορρέουν από συμβάσεις και άλλες νόμιμες πράξεις, καθορίζονται από τη νομοθεσία του Συμβαλλόμενου Μέρους, στο έδαφος του οποίου έλαβε χώρα η πράξη ή άλλη περίσταση που αποτέλεσε τη βάση για την αξίωση αποζημίωσης.
2. Εάν ο ζημιώσας και ο ζημιωθείς είναι πολίτες του ίδιου Συμβαλλόμενου Μέρους, εφαρμόζεται η νομοθεσία αυτού του Συμβαλλόμενου Μέρους.
3. Για υποθέσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου, αρμόδιο είναι το δικαστήριο του Συμβαλλόμενου Μέρους, στο έδαφος του οποίου έλαβε χώρα η πράξη ή άλλη περίσταση που αποτέλεσε τη βάση για την αξίωση αποζημίωσης. Ο ζημιωθείς μπορεί να ασκήσει αγωγή και στο δικαστήριο του Συμβαλλόμενου Μέρους, στο έδαφος του οποίου έχει την κατοικία του ο εναγόμενος.
Άρθρο 43. Δραστηριότητα άσκησης αγωγών
Τα ζητήματα της δραστηριότητας άσκησης αγωγών επιλύονται σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζεται για τη ρύθμιση της αντίστοιχης έννομης σχέσης.
Μέρος V. Κληρονομική διαδοχή
Άρθρο 44. Αρχή της ισότητας
Οι πολίτες κάθε Συμβαλλόμενου Μέρους μπορούν να κληρονομούν στα εδάφη άλλων Συμβαλλόμενων Μερών περιουσία ή δικαιώματα βάσει νόμου ή διαθήκης υπό ίσους όρους και στην ίδια έκταση όπως και οι πολίτες του εν λόγω Συμβαλλόμενου Μέρους.
Άρθρο 45. Δικαίωμα κληρονομίας
1. Το δικαίωμα κληρονομίας περιουσίας, εκτός από την περίπτωση που προβλέπεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, καθορίζεται από τη νομοθεσία του Συμβαλλόμενου Μέρους, στο έδαφος του οποίου ο κληρονομούμενος είχε την τελευταία μόνιμη κατοικία του.
2. Το δικαίωμα κληρονομίας ακίνητης περιουσίας καθορίζεται από τη νομοθεσία του Συμβαλλόμενου Μέρους, στο έδαφος του οποίου βρίσκεται αυτή η περιουσία.
Άρθρο 46. Περιέλευση κληρονομίας στο κράτος
Εάν σύμφωνα με τη νομοθεσία του Συμβαλλόμενου Μέρους, που πρέπει να εφαρμοστεί κατά την κληρονομία, κληρονόμος είναι το κράτος, τότε η κινητή κληρονομική περιουσία περιέρχεται στο Συμβαλλόμενο Μέρος, υπήκοος του οποίου είναι ο κληρονομούμενος κατά τη στιγμή του θανάτου, ενώ η ακίνητη κληρονομική περιουσία περιέρχεται στο Συμβαλλόμενο Μέρος, στο έδαφος του οποίου βρίσκεται.
Άρθρο 47. Διαθήκη
Η ικανότητα ενός προσώπου για σύνταξη και ανάκληση διαθήκης, καθώς και ο τύπος της διαθήκης και της ανάκλησής της, καθορίζονται από το δίκαιο της χώρας όπου ο διαθέτης είχε την κατοικία του κατά τη στιγμή σύνταξης της πράξης. Ωστόσο, η διαθήκη ή η ανάκλησή της δεν μπορούν να αναγνωριστούν ως άκυρες λόγω μη τήρησης του τύπου, εάν αυτός ικανοποιεί τις απαιτήσεις του δικαίου του τόπου σύνταξής της.
Άρθρο 48. Αρμοδιότητα σε υποθέσεις κληρονομίας
1. Τη διαδικασία σε υποθέσεις κληρονομίας κινητής περιουσίας είναι αρμόδια να διεξάγουν τα όργανα του Συμβαλλόμενου Μέρους, στο έδαφος του οποίου είχε την κατοικία του ο κληρονομούμενος κατά τη στιγμή του θανάτου του.
2. Τη διαδικασία σε υποθέσεις κληρονομίας ακίνητης περιουσίας είναι αρμόδια να διεξάγουν τα όργανα του Συμβαλλόμενου Μέρους, στο έδαφος του οποίου βρίσκεται η περιουσία.
3. Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται επίσης κατά την εξέταση διαφορών που προκύπτουν σε σχέση με τη διαδικασία σε υποθέσεις κληρονομίας.
Άρθρο 49. Αρμοδιότητα διπλωματικής αντιπροσωπείας ή προξενικής αρχής σε υποθέσεις κληρονομίας
Σε υποθέσεις κληρονομίας, συμπεριλαμβανομένων των κληρονομικών διαφορών, οι διπλωματικές αποστολές ή τα προξενεία κάθε Συμβαλλόμενου Μέρους είναι αρμόδια να εκπροσωπούν (με εξαίρεση το δικαίωμα παραίτησης από την κληρονομία) χωρίς ειδικό πληρεξούσιο ενώπιον των αρχών των άλλων Συμβαλλόμενων Μερών τους πολίτες του κράτους τους, εφόσον αυτοί απουσιάζουν ή δεν έχουν ορίσει εκπρόσωπο.
Άρθρο 50. Μέτρα για την προστασία της κληρονομίας
1. Οι αρχές των Συμβαλλόμενων Μερών λαμβάνουν, σύμφωνα με τη νομοθεσία τους, τα αναγκαία μέτρα για τη διασφάλιση της προστασίας της κληρονομίας που έχει αφεθεί στα εδάφη τους από πολίτες άλλων Συμβαλλόμενων Μερών ή για τη διαχείρισή της.
2. Για τα μέτρα που λαμβάνονται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, ειδοποιείται αμελλητί η διπλωματική αποστολή ή το προξενείο του Συμβαλλόμενου Μέρους, του οποίου ο κληρονομούμενος είναι πολίτης. Η εν λόγω αποστολή ή το εν λόγω προξενείο μπορεί να συμμετέχει στην εφαρμογή αυτών των μέτρων.
3. Κατόπιν αιτήματος της αρμόδιας δικαστικής αρχής για τη διεξαγωγή της κληρονομικής διαδικασίας, καθώς και της διπλωματικής αποστολής ή του προξενείου, τα μέτρα που ελήφθησαν σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου μπορούν να τροποποιηθούν, να ακυρωθούν ή να ανασταλούν.
ΤΜΗΜΑ III. ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΚΑΙ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ
Άρθρο 51. Αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων
Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος, υπό τους όρους που προβλέπονται στην παρούσα Σύμβαση, αναγνωρίζει και εκτελεί τις ακόλουθες αποφάσεις που εκδόθηκαν στο έδαφος άλλων Συμβαλλόμενων Μερών:
α) αποφάσεις δικαστικών αρχών σε αστικές και οικογενειακές υποθέσεις, συμπεριλαμβανομένων των δικαστικών συμβιβασμών που επικυρώθηκαν από το δικαστήριο για τέτοιες υποθέσεις και των συμβολαιογραφικών πράξεων σχετικά με χρηματικές υποχρεώσεις (εφεξής – αποφάσεις)·
β) αποφάσεις ποινικών δικαστηρίων για αποζημίωση ζημίας.
Άρθρο 52. Αναγνώριση αποφάσεων που δεν απαιτούν εκτέλεση
1. Οι αποφάσεις που εκδίδονται από δικαστικές αρχές κάθε Συμβαλλόμενου Μέρους και έχουν τελεσιδικήσει, οι οποίες από τη φύση τους δεν απαιτούν εκτέλεση, αναγνωρίζονται στο έδαφος άλλων Συμβαλλόμενων Μερών χωρίς ειδική διαδικασία, υπό την προϋπόθεση ότι:
α) οι δικαστικές αρχές του συμβαλλόμενου Μέρους προς το οποίο υποβάλλεται η αίτηση δεν έχουν εκδώσει προηγουμένως για την ίδια υπόθεση απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη·
β) η υπόθεση, σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση και, σε περιπτώσεις που δεν προβλέπονται από αυτήν, σύμφωνα με τη νομοθεσία του συμβαλλόμενου Μέρους στο έδαφος του οποίου πρέπει να αναγνωριστεί η απόφαση, δεν υπάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα των δικαστικών αρχών αυτού του συμβαλλόμενου Μέρους.
2. Οι διατάξεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται επίσης σε αποφάσεις σχετικά με την επιτροπεία και την κηδεμονία, καθώς και σε αποφάσεις λύσης γάμου που εκδόθηκαν από αρχές αρμόδιες σύμφωνα με τη νομοθεσία του συμβαλλόμενου Μέρους στο έδαφος του οποίου εκδόθηκε η απόφαση.
Άρθρο 53. Αίτηση για άδεια αναγκαστικής εκτέλεσης απόφασης
1. Η αίτηση για άδεια αναγκαστικής εκτέλεσης απόφασης υποβάλλεται στο αρμόδιο δικαστήριο του συμβαλλόμενου Μέρους όπου πρόκειται να εκτελεστεί η απόφαση. Μπορεί επίσης να υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση σε πρώτο βαθμό. Αυτό το δικαστήριο διαβιβάζει την αίτηση στο δικαστήριο που είναι αρμόδιο να αποφασίσει επί της αίτησης.
2. Στην αίτηση επισυνάπτονται:
α) η απόφαση ή επικυρωμένο αντίγραφό της, καθώς και επίσημο έγγραφο που βεβαιώνει ότι η απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη και υπόκειται σε εκτέλεση ή ότι υπόκειται σε εκτέλεση πριν καταστεί τελεσίδικη, εάν αυτό δεν προκύπτει από την ίδια την απόφαση·
β) έγγραφο από το οποίο προκύπτει ότι ο διάδικος κατά του οποίου εκδόθηκε η απόφαση, ο οποίος δεν συμμετείχε στη διαδικασία, κλήθηκε στο δικαστήριο με τη δέουσα διαδικασία και εγκαίρως, και σε περίπτωση διαδικαστικής ανικανότητάς του, εκπροσωπήθηκε δεόντως·
γ) έγγραφο που βεβαιώνει τη μερική εκτέλεση της απόφασης κατά τον χρόνο της αποστολής της·
δ) έγγραφο που βεβαιώνει τη συμφωνία των διαδίκων, σε υποθέσεις συμβατικής δωσιδικίας.
3. Η αίτηση για άδεια αναγκαστικής εκτέλεσης απόφασης και τα συνημμένα σε αυτήν έγγραφα συνοδεύονται από επικυρωμένη μετάφραση στη γλώσσα του συμβαλλόμενου Μέρους προς το οποίο υποβάλλεται η αίτηση ή στη ρωσική γλώσσα.
Άρθρο 54. Διαδικασία αναγνώρισης και αναγκαστικής εκτέλεσης αποφάσεων
1. Οι αιτήσεις για αναγνώριση και άδεια αναγκαστικής εκτέλεσης αποφάσεων, που προβλέπονται στο άρθρο 51, εξετάζονται από τα δικαστήρια του Συμβαλλόμενου Μέρους, στο έδαφος του οποίου πρέπει να πραγματοποιηθεί η αναγκαστική εκτέλεση.
2. Το δικαστήριο που εξετάζει την αίτηση για αναγνώριση και άδεια αναγκαστικής εκτέλεσης απόφασης, περιορίζεται στη διαπίστωση ότι πληρούνται οι όροι που προβλέπονται στην παρούσα Σύμβαση. Εάν πληρούνται οι όροι, το δικαστήριο εκδίδει απόφαση για αναγκαστική εκτέλεση.
3. Η διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης καθορίζεται σύμφωνα με τη νομοθεσία του Συμβαλλόμενου Μέρους, στο έδαφος του οποίου πρέπει να πραγματοποιηθεί η αναγκαστική εκτέλεση.
Άρθρο 55. Άρνηση αναγνώρισης και εκτέλεσης αποφάσεων
Στην αναγνώριση των αποφάσεων που προβλέπονται στο άρθρο 52 και στη χορήγηση άδειας για αναγκαστική εκτέλεση μπορεί να αρνηθεί σε περιπτώσεις όπου:
α) σύμφωνα με τη νομοθεσία του Συμβαλλόμενου Μέρους, στο έδαφος του οποίου εκδόθηκε η απόφαση, αυτή δεν έχει τεθεί σε ισχύ ή δεν υπόκειται σε εκτέλεση, εκτός από περιπτώσεις όπου η απόφαση υπόκειται σε εκτέλεση πριν από την έναρξη ισχύος της·
β) ο εναγόμενος δεν συμμετείχε στη διαδικασία επειδή δεν του επιδόθηκε εγκαίρως και νομότυπα η κλήση στο δικαστήριο, ούτε στον ίδιο ούτε στον εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπό του·
γ) για την υπόθεση μεταξύ των ίδιων διαδίκων, για το ίδιο αντικείμενο και με την ίδια βάση, στο έδαφος του Συμβαλλόμενου Μέρους όπου πρέπει να αναγνωριστεί και να εκτελεστεί η απόφαση, έχει ήδη εκδοθεί προηγουμένως τελεσίδικη απόφαση ή υπάρχει αναγνωρισμένη απόφαση δικαστηρίου τρίτου κράτους, ή εάν από το όργανο αυτού του Συμβαλλόμενου Μέρους είχε κινηθεί προηγουμένως διαδικασία για την εν λόγω υπόθεση·
δ) σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας Σύμβασης, και σε περιπτώσεις που δεν προβλέπονται από αυτήν, σύμφωνα με τη νομοθεσία του Συμβαλλόμενου Μέρους, στο έδαφος του οποίου η απόφαση πρέπει να αναγνωριστεί και να εκτελεστεί, η υπόθεση εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του οργάνου του·
ε) απουσιάζει έγγραφο που να επιβεβαιώνει τη συμφωνία των μερών για την υπόθεση σχετικά με τη συμβατική δωσιδικία·
στ) έχει παρέλθει η προθεσμία παραγραφής για την αναγκαστική εκτέλεση, που προβλέπεται από τη νομοθεσία του Συμβαλλόμενου Μέρους, του οποίου το δικαστήριο εκτελεί τις εντολές.
Τμήμα IV. ΝΟΜΙΚΗ ΒΟΗΘΕΙΑ ΚΑΙ ΝΟΜΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΣΕ ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ
Μέρος 1. Έκδοση
Άρθρο 56. Υποχρέωση έκδοσης
1. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη υποχρεούνται, σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στην παρούσα Σύμβαση, να εκδίδουν κατόπιν αιτήματος το ένα στο άλλο πρόσωπα που βρίσκονται στο έδαφός τους, για την άσκηση ποινικής δίωξης ή για την εκτέλεση ποινής.
2. Η έκδοση για την άσκηση ποινικής δίωξης πραγματοποιείται για πράξεις οι οποίες, σύμφωνα με τους νόμους του αιτούντος και του αιτούμενου Συμβαλλόμενου Μέρους, είναι τιμωρητέες και για την τέλεση των οποίων προβλέπεται ποινή στερητική της ελευθερίας διάρκειας τουλάχιστον ενός έτους ή βαρύτερη ποινή.
3. Η έκδοση για την εκτέλεση ποινής πραγματοποιείται για πράξεις οι οποίες, σύμφωνα με τη νομοθεσία του αιτούντος και του αιτούμενου Συμβαλλόμενου Μέρους, είναι τιμωρητέες και για την τέλεση των οποίων το πρόσωπο του οποίου ζητείται η έκδοση καταδικάστηκε σε ποινή στερητική της ελευθερίας διάρκειας τουλάχιστον έξι μηνών ή σε βαρύτερη ποινή.
Άρθρο 57. Άρνηση έκδοσης
1. Η έκδοση δεν πραγματοποιείται, εάν:
α) το πρόσωπο του οποίου ζητείται η έκδοση είναι υπήκοος του αιτούμενου Συμβαλλόμενου Μέρους·
β) κατά τη στιγμή της λήψης του αιτήματος, η ποινική δίωξη σύμφωνα με τη νομοθεσία του αιτούμενου Συμβαλλόμενου Μέρους δεν μπορεί να κινηθεί ή η ποινή δεν μπορεί να εκτελεστεί λόγω παραγραφής ή για άλλο νόμιμο λόγο·
γ) για το πρόσωπο του οποίου ζητείται η έκδοση, στο έδαφος του αιτούμενου Συμβαλλόμενου Μέρους, για το ίδιο έγκλημα έχει εκδοθεί τελεσίδικη καταδικαστική απόφαση ή διάταξη περί παύσης της ποινικής δίωξης·
δ) το έγκλημα, σύμφωνα με τη νομοθεσία του αιτούντος ή του αιτούμενου Συμβαλλόμενου Μέρους, διώκεται κατ’ έγκληση (με μήνυση του θύματος).
2. Η έκδοση μπορεί να απορριφθεί, εάν το έγκλημα για το οποίο ζητείται η έκδοση διαπράχθηκε στο έδαφος του αιτούμενου Συμβαλλόμενου Μέρους.
3. Σε περίπτωση άρνησης έκδοσης, το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος πρέπει να ενημερωθεί για τους λόγους άρνησης.
Άρθρο 58. Απαίτηση έκδοσης
1. Η απαίτηση έκδοσης πρέπει να περιέχει τα ακόλουθα στοιχεία:
α) την ονομασία του αιτούντος και του αιτούμενου οργάνου·
β) περιγραφή των πραγματικών περιστάσεων της πράξης και το κείμενο του νόμου του αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους, βάσει του οποίου η πράξη αυτή αναγνωρίζεται ως έγκλημα, με αναφορά της ποινής που προβλέπει ο νόμος αυτός·
γ) επώνυμο, όνομα, πατρώνυμο του προσώπου που υπόκειται σε έκδοση, το έτος γέννησής του, την υπηκοότητα, τον τόπο κατοικίας ή διαμονής, εάν είναι δυνατόν – περιγραφή της εξωτερικής εμφάνισης, φωτογραφία, δακτυλικά αποτυπώματα και άλλα στοιχεία για την ταυτότητά του·
δ) στοιχεία σχετικά με το ύψος της ζημίας που προκλήθηκε από το έγκλημα.
2. Στην απαίτηση έκδοσης για την άσκηση ποινικής δίωξης πρέπει να επισυνάπτεται επικυρωμένο αντίγραφο της διάταξης προσωρινής κράτησης.
3. Στην απαίτηση έκδοσης για την εκτέλεση της ποινής πρέπει να επισυνάπτονται επικυρωμένο αντίγραφο της καταδικαστικής απόφασης με σημείωση ότι έχει καταστεί τελεσίδικη και το κείμενο της διάταξης του ποινικού νόμου βάσει της οποίας καταδικάστηκε το πρόσωπο. Εάν ο καταδικασθείς έχει ήδη εκτίσει μέρος της ποινής, αναφέρονται επίσης σχετικά στοιχεία.
4. Οι απαιτήσεις έκδοσης και τα συνημμένα σε αυτήν έγγραφα συντάσσονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17.
Άρθρο 59. Πρόσθετα στοιχεία
1. Εάν η απαίτηση έκδοσης δεν περιέχει όλα τα απαραίτητα στοιχεία, το αιτούμενο Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να ζητήσει πρόσθετα στοιχεία, για τα οποία ορίζει προθεσμία έως ένα μήνα. Η προθεσμία αυτή μπορεί να παραταθεί έως έναν ακόμη μήνα κατόπιν αιτήματος του αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους.
2. Εάν το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος δεν υποβάλει εντός της ορισθείσας προθεσμίας πρόσθετα στοιχεία, το αιτούμενο Συμβαλλόμενο Μέρος οφείλει να απελευθερώσει το πρόσωπο που τέθηκε υπό κράτηση.
Άρθρο 60. Αναζήτηση και προσωρινή κράτηση για έκδοση
Μόλις λάβει την απαίτηση έκδοσης, το αιτούμενο Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει αμέσως μέτρα για την αναζήτηση και την προσωρινή κράτηση του προσώπου του οποίου ζητείται η έκδοση, εκτός από τις περιπτώσεις όπου η έκδοση δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί.
Άρθρο 61. Προσωρινή κράτηση ή σύλληψη πριν από τη λήψη της απαίτησης έκδοσης
1. Το πρόσωπο του οποίου ζητείται η έκδοση μπορεί, κατόπιν αιτήσεως, να τεθεί υπό κράτηση και πριν από τη λήψη της αίτησης έκδοσης. Η αίτηση πρέπει να περιέχει παραπομπή στην απόφαση κράτησης ή στην τελεσίδικη καταδικαστική απόφαση και να αναφέρει ότι η αίτηση έκδοσης θα ανασταλεί επιπλέον. Η αίτηση κράτησης πριν από τη λήψη της αίτησης έκδοσης μπορεί να υποβληθεί ταχυδρομικώς, τηλεγραφικώς, μέσω τέλεξ ή τηλεομοιοτυπίας.
2. Το πρόσωπο μπορεί να κρατηθεί και χωρίς την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, εάν υπάρχουν λόγοι που προβλέπονται από τη νομοθεσία για να υπάρχει υπόνοια ότι διέπραξε στο έδαφος του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους έγκλημα που συνεπάγεται έκδοση.
3. Για την κράτηση ή τη σύλληψη πριν από τη λήψη της αίτησης έκδοσης πρέπει να ειδοποιηθεί αμέσως το άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος.
Άρθρο 61-1. Αναζήτηση προσώπου πριν από τη λήψη της αίτησης έκδοσης
1. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη διενεργούν, κατόπιν εντολής, την αναζήτηση προσώπου πριν από τη λήψη της αίτησης έκδοσής του, εφόσον υπάρχουν λόγοι να πιστεύεται ότι το πρόσωπο αυτό μπορεί να βρίσκεται στο έδαφος του αιτούμενου Συμβαλλόμενου Μέρους.
2. Η εντολή για τη διενέργεια της αναζήτησης συντάσσεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7 και πρέπει να περιέχει όσο το δυνατόν πληρέστερη περιγραφή του αναζητούμενου προσώπου, μαζί με οποιαδήποτε άλλη πληροφορία που επιτρέπει τον εντοπισμό του, καθώς και αίτημα για τη σύλληψή του, με την ένδειξη ότι θα υποβληθεί η αίτηση έκδοσης του προσώπου αυτού.
3. Στην εντολή για τη διενέργεια της αναζήτησης επισυνάπτεται επικυρωμένο αντίγραφο της απόφασης του αρμόδιου οργάνου για την προσωρινή κράτηση ή της τελεσίδικης καταδικαστικής απόφασης, πληροφορίες σχετικά με το ανέκτιστο μέρος της ποινής, καθώς και φωτογραφία και δακτυλικά αποτυπώματα (εάν υπάρχουν).
4. Για τη σύλληψη του αναζητούμενου προσώπου ή για άλλα αποτελέσματα της αναζήτησης ενημερώνεται αμέσως το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος.
Άρθρο 61-2. Υπολογισμός της διάρκειας της προσωρινής κράτησης
Ο χρόνος κράτησης ενός προσώπου που τελεί υπό κράτηση σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 60, 61, 61-1 της παρούσας Σύμβασης, σε περίπτωση έκδοσής του, υπολογίζεται στη συνολική διάρκεια κράτησης που προβλέπεται από τη νομοθεσία του Συμβαλλόμενου Μέρους στο οποίο εκδίδεται το πρόσωπο αυτό.
Άρθρο 62. Αποφυλάκιση προσώπου που κρατείται ή τελεί υπό κράτηση
1. Το πρόσωπο που τελεί υπό κράτηση, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 61 και το άρθρο 61-1, πρέπει να αποφυλακιστεί, εάν ληφθεί ειδοποίηση από το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος σχετικά με την ανάγκη αποφυλάκισης του εν λόγω προσώπου, ή εάν η αίτηση έκδοσης με όλα τα συνημμένα σε αυτήν έγγραφα, που προβλέπονται στο άρθρο 58, δεν παραληφθεί από το Συμβαλλόμενο Μέρος προς το οποίο υποβάλλεται η αίτηση εντός σαράντα ημερών από την ημερομηνία κράτησης.
2. Το πρόσωπο που κρατείται, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 61, πρέπει να αποφυλακιστεί, εάν το αίτημα για την κράτησή του σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 61 δεν υποβληθεί εντός της προθεσμίας που προβλέπεται από τη νομοθεσία για την κράτηση.
Άρθρο 63. Αναβολή έκδοσης
Εάν το πρόσωπο του οποίου ζητείται η έκδοση έχει προσαχθεί σε ποινική ευθύνη ή έχει καταδικαστεί για άλλο έγκλημα στο έδαφος του Συμβαλλόμενου Μέρους προς το οποίο υποβάλλεται η αίτηση, η έκδοσή του μπορεί να αναβληθεί μέχρι την περάτωση της ποινικής δίωξης, την εκτέλεση της ποινής ή την αποφυλάκιση από την ποινή.
Άρθρο 64. Προσωρινή έκδοση
1. Εάν η αναβολή έκδοσης που προβλέπεται στο άρθρο 63 μπορεί να επιφέρει την παραγραφή της ποινικής δίωξης ή να βλάψει την έρευνα του εγκλήματος, το πρόσωπο του οποίου ζητείται η έκδοση κατόπιν αιτήματος μπορεί να εκδοθεί προσωρινά.
2. Το πρόσωπο που εκδίδεται προσωρινά πρέπει να επιστραφεί μετά τη διενέργεια της διαδικαστικής πράξης για την οποία εκδόθηκε, αλλά το αργότερο εντός τριών μηνών από την ημερομηνία παράδοσης του προσώπου. Σε αιτιολογημένες περιπτώσεις, η προθεσμία μπορεί να παραταθεί.
Άρθρο 65. Σύγκρουση αιτημάτων έκδοσης
Εάν υποβληθούν αιτήματα έκδοσης από πολλά κράτη, το Συμβαλλόμενο Μέρος προς το οποίο υποβάλλεται η αίτηση αποφασίζει αυτοτελώς ποιο από αυτά τα αιτήματα πρέπει να ικανοποιηθεί.
Άρθρο 66. Όρια ποινικής δίωξης του εκδοθέντος προσώπου
1. Χωρίς τη συγκατάθεση του αιτούμενου Συμβαλλόμενου Μέρους, το εκδοθέν πρόσωπο δεν μπορεί να διωχθεί ποινικά ή να υποβληθεί σε τιμωρία για αδίκημα που διαπράχθηκε πριν από την έκδοσή του και για το οποίο δεν εκδόθηκε.
2. Χωρίς τη συγκατάθεση του αιτούμενου Συμβαλλόμενου Μέρους, το πρόσωπο δεν μπορεί να εκδοθεί ούτε σε τρίτο κράτος.
3. Η συγκατάθεση του αιτούμενου Συμβαλλόμενου Μέρους δεν απαιτείται εάν το εκδοθέν πρόσωπο, εντός ενός μηνός από τη λήξη της ποινικής διαδικασίας ή, σε περίπτωση καταδίκης, εντός ενός μηνός από την έκτιση της ποινής ή την απαλλαγή από αυτήν, δεν εγκαταλείψει το έδαφος του αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους ή εάν επιστρέψει εκεί οικειοθελώς. Σε αυτήν την προθεσμία δεν υπολογίζεται ο χρόνος κατά τον οποίο το εκδοθέν πρόσωπο δεν μπόρεσε να εγκαταλείψει το έδαφος του αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους.
Άρθρο 67. Παράδοση του εκδοθέντος προσώπου
Το αιτούμενο Συμβαλλόμενο Μέρος ειδοποιεί το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος για τον τόπο και τον χρόνο της έκδοσης. Εάν το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος δεν παραλάβει το πρόσωπο που υπόκειται σε έκδοση εντός 15 ημερών από την καθορισμένη ημερομηνία παράδοσης, το πρόσωπο αυτό πρέπει να αφεθεί ελεύθερο.
Άρθρο 67-1. Εκ νέου κράτηση ή σύλληψη
Η απελευθέρωση ενός προσώπου σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 59, τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 62 και το άρθρο 67 δεν εμποδίζει την εκ νέου κράτηση ή σύλληψή του με σκοπό την έκδοση του αιτούμενου προσώπου σε περίπτωση μεταγενέστερης λήψης αιτήματος έκδοσης.
Άρθρο 68. Εκ νέου έκδοση
Εάν το εκδοθέν πρόσωπο αποφύγει την ποινική δίωξη ή την έκτιση της ποινής και επιστρέψει στο έδαφος του αιτούμενου Συμβαλλόμενου Μέρους, τότε, με νέο αίτημα, πρέπει να εκδοθεί χωρίς την υποβολή των εγγράφων που αναφέρονται στα άρθρα 58 και 59.
Άρθρο 69. Ειδοποίηση για τα αποτελέσματα της ποινικής διαδικασίας
Τα Συμβαλλόμενα Μέρη ενημερώνουν το ένα το άλλο για τα αποτελέσματα της ποινικής διαδικασίας κατά του εκδοθέντος σε αυτά προσώπου. Κατόπιν αιτήματος, αποστέλλεται και αντίγραφο της τελικής απόφασης.
Άρθρο 70. Διαμετακόμιση
1. Ένα Συμβαλλόμενο Μέρος, κατόπιν αιτήματος του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους, επιτρέπει τη διέλευση μέσω του εδάφους του προσώπων που έχουν εκδοθεί στο άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος ή έχουν παραδοθεί προσωρινά από τρίτο κράτος.
2. Η αίτηση για άδεια μιας τέτοιας μεταφοράς εξετάζεται με την ίδια διαδικασία όπως και το αίτημα έκδοσης.
3. Το Συμβαλλόμενο Μέρος στο οποίο υποβάλλεται το αίτημα επιτρέπει τη διέλευση με τον τρόπο που θεωρεί πιο κατάλληλο.
Άρθρο 71. Δαπάνες που σχετίζονται με την έκδοση και τη διέλευση
Οι δαπάνες που σχετίζονται με την έκδοση ή την προσωρινή παράδοση βαρύνουν το Συμβαλλόμενο Μέρος στο έδαφος του οποίου προέκυψαν, ενώ οι δαπάνες που σχετίζονται με τη διέλευση βαρύνουν το Συμβαλλόμενο Μέρος που υπέβαλε το αίτημα για μια τέτοια μεταφορά.
Μέρος 2. Άσκηση ποινικής δίωξης
Άρθρο 72. Υποχρέωση άσκησης ποινικής δίωξης
1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος αναλαμβάνει την υποχρέωση, κατόπιν εντολής του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους, να ασκεί, σύμφωνα με τη νομοθεσία του, ποινική δίωξη κατά των δικών του υπηκόων που είναι ύποπτοι ότι έχουν διαπράξει έγκλημα στο έδαφος του Συμβαλλόμενου Μέρους που υποβάλλει το αίτημα.
2. Εάν το έγκλημα για το οποίο έχει κινηθεί η διαδικασία συνεπάγεται αστικές αξιώσεις προσώπων που υπέστησαν ζημία από το έγκλημα, αυτές οι αξιώσεις, εφόσον υποβληθεί αίτημα αποζημίωσης, εξετάζονται στην ίδια υπόθεση.
Άρθρο 73. Εντολή άσκησης ποινικής δίωξης
1. Η εντολή άσκησης ποινικής δίωξης πρέπει να περιέχει:
α) την ονομασία του αιτούντος οργάνου·
β) περιγραφή της πράξης για την οποία έχει δοθεί η εντολή άσκησης δίωξης·
γ) την όσο το δυνατόν ακριβέστερη ένδειξη του χρόνου και του τόπου τέλεσης της πράξης·
δ) το κείμενο της διάταξης του νόμου του Συμβαλλόμενου Μέρους που υποβάλλει το αίτημα, βάσει της οποίας η πράξη θεωρείται έγκλημα, καθώς και το κείμενο άλλων νομοθετικών διατάξεων που έχουν ουσιαστική σημασία για την ποινική διαδικασία·
ε) το επώνυμο και το όνομα του υπόπτου, την υπηκοότητά του, καθώς και άλλα στοιχεία σχετικά με την ταυτότητά του·
ε) δήλωση θυμάτων σε ποινικές υποθέσεις που κινούνται κατόπιν καταγγελίας του θύματος και δηλώσεις αποζημίωσης για ζημία·
στ) αναφορά του ύψους της ζημίας που προκλήθηκε από το έγκλημα.
Στην εντολή επισυνάπτονται τα διαθέσιμα υλικά της ποινικής δίωξης που βρίσκονται στη διάθεση του αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους, καθώς και τα αποδεικτικά στοιχεία.
2. Κατά την αποστολή κινηθείσας ποινικής υπόθεσης από το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος, η έρευνα για την υπόθεση αυτή συνεχίζεται από το αιτούμενο Συμβαλλόμενο Μέρος σύμφωνα με τη νομοθεσία του. Κάθε έγγραφο της υπόθεσης πρέπει να επικυρώνεται με τη σφραγίδα της αρμόδιας δικαστικής αρχής του αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους.
3. Η εντολή και τα συνημμένα σε αυτήν έγγραφα συντάσσονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 18.
4. Εάν ο κατηγορούμενος κατά τη στιγμή της αποστολής της εντολής για άσκηση ποινικής δίωξης κρατείται στο έδαφος του αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους, μεταφέρεται στο έδαφος του αιτούμενου Συμβαλλόμενου Μέρους.
Άρθρο 74. Κοινοποίηση των αποτελεσμάτων της ποινικής δίωξης
Το αιτούμενο Συμβαλλόμενο Μέρος υποχρεούται να κοινοποιήσει στο αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος την τελική απόφαση. Κατόπιν αιτήματος του αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους, αποστέλλεται αντίγραφο της τελικής απόφασης.
Άρθρο 75. Συνέπειες της λήψης απόφασης
Εάν σε ένα Συμβαλλόμενο Μέρος, σύμφωνα με το άρθρο 72, έχει αποσταλεί εντολή για άσκηση ποινικής δίωξης μετά την έναρξη ισχύος της καταδικαστικής απόφασης ή τη λήψη άλλης τελικής απόφασης από την αρχή του αιτούμενου Συμβαλλόμενου Μέρους, η ποινική υπόθεση δεν μπορεί να κινηθεί από τις αρχές του αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους, και η υπόθεση που έχει ήδη κινηθεί από αυτές δεν υπόκειται σε περάτωση.
Άρθρο 76. Ελαφρυντικές ή επιβαρυντικές περιστάσεις
Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος, κατά τη διερεύνηση εγκλημάτων και την εκδίκαση ποινικών υποθέσεων από τα δικαστήρια, λαμβάνει υπόψη τις ελαφρυντικές περιστάσεις που προβλέπονται από τη νομοθεσία των Συμβαλλόμενων Μερών, ανεξάρτητα από το έδαφος ποιου Συμβαλλόμενου Μέρους προέκυψαν.
Άρθρο 76-1. Αναγνώριση καταδικαστικών αποφάσεων
Κατά την επίλυση ζητημάτων σχετικά με την αναγνώριση ενός ατόμου ως ιδιαίτερα επικίνδυνου υποτροπιάζοντα, τη διαπίστωση γεγονότων επανειλημμένης διάπραξης εγκλήματος και παραβίασης υποχρεώσεων που σχετίζονται με υπό όρους καταδίκη, αναστολή εκτέλεσης ποινής ή υπό όρους αποφυλάκιση, τα δικαστικά όργανα των Συμβαλλομένων Μερών μπορούν να αναγνωρίζουν και να λαμβάνουν υπόψη καταδικαστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν από δικαστήρια (δικαστικά όργανα) της πρώην ΕΣΣΔ και των συνιστωσών δημοκρατιών της, καθώς και από δικαστήρια των Συμβαλλομένων Μερών.
Άρθρο 77. Διαδικασία εκδίκασης υποθέσεων που υπάγονται στη δικαιοδοσία δικαστηρίων δύο ή περισσότερων Συμβαλλομένων Μερών
Σε περίπτωση κατηγορίας ενός ατόμου ή ομάδας ατόμων για διάπραξη πολλών εγκλημάτων, οι υποθέσεις των οποίων υπάγονται στη δικαιοδοσία δικαστηρίων δύο ή περισσότερων Συμβαλλομένων Μερών, αρμόδιο να τις εκδικάσει είναι το δικαστήριο εκείνου του Συμβαλλόμενου Μέρους στο έδαφος του οποίου ολοκληρώθηκε η προκαταρκτική έρευνα. Στην περίπτωση αυτή, η υπόθεση εκδικάζεται σύμφωνα με τους δικονομικούς κανόνες αυτού του Συμβαλλόμενου Μέρους.
Μέρος 3. Ειδικές διατάξεις για τη νομική συνδρομή και τις νομικές σχέσεις σε ποινικές υποθέσεις
Άρθρο 78. Παράδοση αντικειμένων
1. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη υποχρεούνται, κατόπιν αιτήματος, να παραδίδουν αμοιβαία:
α) αντικείμενα που χρησιμοποιήθηκαν κατά τη διάπραξη εγκλήματος που συνεπάγεται την έκδοση προσώπου σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση, συμπεριλαμβανομένων των οργάνων του εγκλήματος· αντικείμενα που αποκτήθηκαν ως αποτέλεσμα του εγκλήματος ή ως αντάλλαγμα γι’ αυτό, ή αντικείμενα που ο εγκληματίας έλαβε σε αντικατάσταση αντικειμένων που αποκτήθηκαν με αυτόν τον τρόπο·
β) αντικείμενα που μπορεί να έχουν σημασία ως αποδεικτικά στοιχεία σε ποινική υπόθεση· τα αντικείμενα αυτά παραδίδονται ακόμη και αν η έκδοση του εγκληματία δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί λόγω θανάτου, απόδρασης ή άλλων περιστάσεων.
2. Εάν το Συμβαλλόμενο Μέρος στο οποίο υποβάλλεται το αίτημα χρειάζεται τα αντικείμενα που αναφέρονται στην πρώτη παράγραφο του παρόντος άρθρου ως αποδεικτικά στοιχεία σε ποινική υπόθεση, η παράδοσή τους μπορεί να αναβληθεί μέχρι την περάτωση της διαδικασίας στην υπόθεση.
3. Τα δικαιώματα τρίτων επί των παραδιδόμενων αντικειμένων παραμένουν σε ισχύ. Μετά την περάτωση της διαδικασίας στην υπόθεση, τα αντικείμενα αυτά πρέπει να επιστραφούν χωρίς αντάλλαγμα στο Συμβαλλόμενο Μέρος που τα παρέδωσε.
Άρθρο 78-1. Προσωρινή μεταφορά προσώπου που τελεί υπό κράτηση ή εκτίει ποινή στερητική της ελευθερίας
1. Εάν είναι απαραίτητο να εξεταστεί ως μάρτυρας ή θύμα πρόσωπο που κρατείται ή εκτίει ποινή στερητική της ελευθερίας στο έδαφος άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους, καθώς και να διεξαχθεί άλλη ανακριτική ενέργεια με τη συμμετοχή του, το πρόσωπο αυτό, ανεξαρτήτως ιθαγένειας, κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματος του ενδιαφερόμενου Συμβαλλόμενου Μέρους, μπορεί, με απόφαση του Γενικού Εισαγγελέα (Εισαγγελέα) του Συμβαλλόμενου Μέρους προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα, να μεταφερθεί προσωρινά υπό τον όρο ότι θα παραμείνει υπό κράτηση και θα επιστραφεί εντός της καθορισμένης προθεσμίας.
2. Το αίτημα για προσωρινή μεταφορά του προσώπου που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου συντάσσεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7 και πρέπει επίσης να αναφέρει το χρονικό διάστημα κατά το οποίο απαιτείται η παρουσία του προσώπου αυτού στο Συμβαλλόμενο Μέρος που υποβάλλει το αίτημα.
3. Η προσωρινή μεταφορά του προσώπου που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου δεν πραγματοποιείται:
α) εάν δεν έχει ληφθεί η συγκατάθεσή του για μια τέτοια μεταφορά·
β) σε περίπτωση ανάγκης παρουσίας του στην προκαταρκτική εξέταση ή στη δικαστική διαδικασία στο έδαφος του Συμβαλλόμενου Μέρους προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα·
γ) εάν μια τέτοια μεταφορά ενδέχεται να προκαλέσει παραβίαση των καθορισμένων προθεσμιών κράτησης ή έκτισης της ποινής στερητικής της ελευθερίας του προσώπου αυτού.
4. Στο πρόσωπο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου παρέχονται οι εγγυήσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 9.
Άρθρο 79. Κοινοποίηση καταδικαστικών αποφάσεων και πληροφορίες για ποινικό μητρώο
1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος θα γνωστοποιεί ετησίως στα άλλα Συμβαλλόμενα Μέρη πληροφορίες σχετικά με τις τελεσίδικες καταδικαστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν από τα δικαστήριά του κατά πολιτών του αντίστοιχου Συμβαλλόμενου Μέρους, αποστέλλοντας ταυτόχρονα τα διαθέσιμα δακτυλικά αποτυπώματα των καταδικασθέντων.
2. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος παρέχει στα άλλα Συμβαλλόμενα Μέρη δωρεάν, κατόπιν αιτήματός τους, πληροφορίες σχετικά με το ποινικό μητρώο προσώπων που είχαν προηγουμένως καταδικαστεί από τα δικαστήριά του, εάν τα πρόσωπα αυτά διώκονται ποινικά στο έδαφος του Συμβαλλόμενου Μέρους που υποβάλλει το αίτημα.
Άρθρο 80. Ειδική διαδικασία επικοινωνίας
Η επικοινωνία για θέματα έκδοσης και ποινικής δίωξης πραγματοποιείται από τους γενικούς εισαγγελείς (εισαγγελείς) των Συμβαλλομένων Μερών.
Η επικοινωνία για θέματα εκτέλεσης διαδικαστικών και άλλων ενεργειών που απαιτούν έγκριση του εισαγγελέα (δικαστηρίου) πραγματοποιείται από τις εισαγγελικές αρχές με τη διαδικασία που ορίζεται από τους γενικούς εισαγγελείς (εισαγγελείς) των Συμβαλλομένων Μερών.
ΤΜΗΜΑ V. ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 81. Θέματα εφαρμογής της παρούσας Σύμβασης
Τα θέματα που προκύπτουν κατά την εφαρμογή της παρούσας Σύμβασης επιλύονται από τις αρμόδιες αρχές των Συμβαλλομένων Μερών με αμοιβαία συμφωνία.
Άρθρο 82. Σχέση της Σύμβασης με διεθνείς συνθήκες
Η παρούσα Σύμβαση δεν θίγει τις διατάξεις άλλων διεθνών συνθηκών στις οποίες συμμετέχουν τα Συμβαλλόμενα Μέρη.
Άρθρο 83. Διαδικασία έναρξης ισχύος
1. Η παρούσα Σύμβαση υπόκειται σε επικύρωση από τα κράτη που την υπέγραψαν. Τα έγγραφα επικύρωσης κατατίθενται στην Κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Λευκορωσίας, η οποία εκτελεί καθήκοντα θεματοφύλακα της παρούσας Σύμβασης.
2. Η παρούσα Σύμβαση θα τεθεί σε ισχύ την τριακοστή ημέρα από την ημερομηνία κατάθεσης στον θεματοφύλακα του τρίτου εγγράφου επικύρωσης. Για ένα κράτος του οποίου το έγγραφο επικύρωσης θα κατατεθεί στον θεματοφύλακα μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας Σύμβασης, αυτή θα τεθεί σε ισχύ την τριακοστή ημέρα από την ημερομηνία κατάθεσης του εγγράφου επικύρωσής του στον θεματοφύλακα.
Άρθρο 84. Διάρκεια ισχύος της Σύμβασης
1. Η παρούσα Σύμβαση ισχύει για πέντε έτη από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της. Μετά τη λήξη αυτής της περιόδου, η Σύμβαση παρατείνεται αυτόματα κάθε φορά για μια νέα πενταετή περίοδο.
2. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να αποχωρήσει από την παρούσα Σύμβαση, αποστέλλοντας γραπτή ειδοποίηση στον θεματοφύλακα 12 μήνες πριν από τη λήξη της τρέχουσας πενταετούς περιόδου ισχύος της.
Άρθρο 85. Χρονική ισχύς
Η ισχύς της παρούσας Σύμβασης εκτείνεται και σε έννομες σχέσεις που προκύπτουν πριν από την έναρξη ισχύος της.
Άρθρο 86. Διαδικασία προσχώρησης στη Σύμβαση
Στην παρούσα Σύμβαση, μετά την έναρξη ισχύος της, μπορούν να προσχωρήσουν, με τη συγκατάθεση όλων των Συμβαλλομένων Μερών, άλλα κράτη με την κατάθεση στον θεματοφύλακα εγγράφων περί της εν λόγω προσχώρησης. Η προσχώρηση θεωρείται ότι τίθεται σε ισχύ μετά την παρέλευση τριάντα ημερών από την ημερομηνία παραλαβής από τον θεματοφύλακα της τελευταίας κοινοποίησης συγκατάθεσης για την εν λόγω προσχώρηση.
Άρθρο 87. Υποχρεώσεις του θεματοφύλακα
Ο θεματοφύλακας θα ειδοποιεί αμελλητί όλα τα κράτη που έχουν υπογράψει την παρούσα Σύμβαση και έχουν προσχωρήσει σε αυτήν σχετικά με την ημερομηνία κατάθεσης κάθε επικυρωτικού εγγράφου ή εγγράφου προσχώρησης, την ημερομηνία έναρξης ισχύος της Σύμβασης, καθώς και για την παραλαβή άλλων κοινοποιήσεων από αυτόν.
Έγινε στην πόλη Μινσκ στις 22 Ιανουαρίου 1993 σε ένα πρωτότυπο αντίτυπο στη ρωσική γλώσσα. Το πρωτότυπο αντίτυπο φυλάσσεται στο Αρχείο της Κυβέρνησης της Δημοκρατίας της Λευκορωσίας, η οποία θα αποστείλει επικυρωμένο αντίγραφό του στα κράτη-μέρη της παρούσας Σύμβασης.
Για τη Δημοκρατία της Αρμενίας
Για τη Δημοκρατία της Λευκορωσίας
Για τη Δημοκρατία του Καζακστάν
Για τη Δημοκρατία της Κιργιζίας
Για τη Δημοκρατία της Μολδαβίας
Για τη Ρωσική Ομοσπονδία
Για τη Δημοκρατία του Τατζικιστάν
Για το Τουρκμενιστάν
Για τη Δημοκρατία του Ουζμπεκιστάν
Για την Ουκρανία